Μετάβαση στο περιεχόμενο Skip to sidebar Skip to footer

Αυτή την ιστορία την εμπνεύστηκε ο Χρίστος Νικολάου. Για να τη δημιουργήσει χρησιμοποιήσει τις Παραμυθοκάρτες_Ιστορίες από το Νησί της Φαντασίας. Απολαύστε την!

Ο Θανάσης & οι μαγικές σελίδες

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό αγόρι ξανθό και όμορφο. Τον έλεγαν Θανάση. Ο Θανάσης καθόταν έξω στο μπαλκόνι του σπιτιού του και κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο. Ήταν πολύ λυπημένος. «Αχ!« αναστέναξε για λίγο. «Πόσο βαριέμαι να είμαι μόνος. Θέλω να παίξω με τους φίλους μου, να πάω στο σχολείο μου», και τότε ο μικρός Θανάσης αποκοιμήθηκε. Ξαφνικά οι σελίδες ζωντάνεψαν και ο μικρός Θανάσης άρχισε να ταξιδεύει μέσα από αυτές. Έφτασε σε ένα όμορφο μέρος με ένα ψηλό πύργο και πολλά μπαλόνια να πετούν ψηλά. Κοντά είχε ένα ποταμάκι και μία μικρή γέφυρα σε σχήμα ουράνιου τόξου.

«Τί ωραία που είναι εδώ», είπε ο Θανάσης. Πέρασε το γεφυράκι με το ουράνιο τόξο και βρέθηκε σε ένα δάσος. Βρήκε ένα καλαθάκι με τρόφιμα μέσα. Κάθισε λίγο να ξεκουραστεί και να φάει. Όταν τέλειωσε το φαγητό του, σηκώθηκε και συνέχισε το ταξίδι του. Στο δρόμο συνάντησε ένα πράσινο κροκοδειλάκι να περπατάει και να τραγουδάει.«Γειά σου φίλε μου, πώς σε λένε;» είπε ο μικρός Θανάσης «Είμαι ο Μάκης ο κροκοδειλάκης». «Γειά σου Μάκη, εγώ είμαι ο Θανάσης και ήρθα για να βρω τους φίλους μου να παίξω». «Φίλε μου, εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω». Είπε ο Μάκης και έφυγε συνεχίζοντας το τραγούδι του. Ο Θανάσης τότε λυπημένος συνέχισε τον δρόμο του. Περπατούσε και λίγο πιο κάτω συνάντησε ένα παράξενο κοριτσάκι με μυτερά αυτιά και λουλούδια στα μαλλιά. «Πως σε λένε;» είπε ο Θανάσης. «Είμαι η Ελπίδα το ξωτικό». «Γειά σου Ελπίδα, εγώ είμαι ο Θανάσης. Ξέρεις, μου έλειψαν οι φίλοι μου, το σχολείο μου».

«Μην λυπάσαι του είπε η Ελπίδα το ξωτικό. Θέλεις να γίνω φίλη σου; Θα βρούμε μία λύση». «Αλήθεια;» είπε ο Θανάσης χαρούμενος. Η Ελπίδα το ξωτικό έδωσε στον μικρό Θανάση ένα μαγικό πινέλο και του είπε να ζωγραφίσουν. Πήρε το μπλε χρώμα και ζωγράφισε τον ουρανό, με το κίτρινο έκανε τον ήλιο, με το πράσινο έκανε το γρασίδι και τα δέντρα. Ζωγράφισε και ένα μεγάλο φρουτένιο κάστρο. Τί ωραία που είναι η ζωγραφιά σου, του είπε η Ελπίδα το ξωτικό. Η ζωγραφιά του άρχισε να ζωντανεύει και τότε ο Θανάσης πήγε να παίξει με τους φίλους του γύρω από το φρουτένιο κάστρο, έστω και για λίγο.«Σε ευχαριστώ Ελπίδα μου!» Είπε ο Θανάσης «Δεν θέλω να είσαι λυπημένος αλλά να ελπίζεις, όλα θα τελειώσουν σύντομα και θα κάνεις όλα αυτά που θες και αγαπάς!» Και τότε ο μικρός Θανάσης ξύπνησε! Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

 

Θα βρείτε κι άλλες ιστορίες παιδιών στη στήλη μας: «Οι δικές σας ιστορίες!»